Το έτος 2009 συνδέθηκε με την αφετηρία μιας πολυώδινης και μακρόχρονης κρίσης, η οποία εμφανίστηκε αρχικά με το προσωπείο της «οικονομικής κρίσης». Η έκπληκτη κοινωνία, θεώρησε το ξέσπασμα αυτής της κρίσης εξαιρετικά απρόσμενο, καθώς ο νους των Ελλήνων εκλογέων ήταν ακόμα συνεπαρμένος από την ιστορική φράση: «Λεφτά υπάρχουν!». Η οικονομική κρίση μπορεί να θεωρήθηκε απροσδόκητη, παρόλα αυτά δεν κινούσε τις υποψίες για τις άμεσες και βαρύτατες συνέπειες που θα είχε για τον ελληνικό λαό.
Οι μήνες περνούσαν και ολοένα περισσότερα νοικοκυριά έφθαναν στα όρια της ανέχειας, ενώ παράλληλα η περιβόητη βοήθεια από την Εσπερία έδειχνε αφενός μεν ικανή να χορηγήσει μηχανική υποστήριξη στη χώρα, αφετέρου δε ανίκανη να βοηθήσει στην απόσβεση του τεράστιου δημοσιονομικού χρέους, έτσι ώστε η Ελλάδα να υιοθετήσει με τη σειρά της αναπτυξιακές πολιτικές και να αναδιαρθρώσει τον κρατικό μηχανισμό.
Πλάι σε όλα αυτά, βέβαια, ορθώνονταν και οι ερωτήσεις σχετικά με το ποιος/οι είναι υπεύθυνος/οι για την κατάσταση, στην οποία οδηγήθηκε η Ελλάδα. Μάλιστα, οι έριδες των «μοντέλων» των τηλεοπτικών παραθύρων είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να γίνεται περισσότερο λόγος για τους υπαίτιους της κρίσης στην Ελλάδα, παρά για το πως θα την αποβάλλουμε.
Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στη χώρα, η Ελλάδα διανύει μία από τις πιο δύσκολες εποχές στη σύγχρονη ιστορία της. Και, φυσικά, η απάντηση για το ποιος ή ποιοι ευθύνεται/ονται είναι η συνήθης: οι πολιτικοί μας.
Ο εξουθενωμένος ελληνικός λαός πάνω στην ασυγκράτητη και δικαιολογημένη οργή του, ένιωσε την ανάγκη να καταγγείλει τους ενόχους για την θλιβερή κατάσταση, στην οποία βρίσκεται. Ο πολιτικός κόσμος αποτέλεσε τον αποδιοπομπαίο τράγο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν είχε και έχει ευθύνες.
Όμως, σήμερα δεν χωρούν άλλες δικαιολογίες και τα πράγματα πρέπει να ειπωθούν με το όνομά τους. Είναι καιρός, πλέον, οι Έλληνες όσο ακόμα δικαιούμαστε αυτόν τον τίτλο, να αποδεσμευθούμε από τις αναστολές και να αποκτήσουμε το θάρρος να αντιμετωπίσουμε την κρίση με την πραγματική της μορφή, αν θέλουμε να απαλλαγούμε κάποτε από αυτή και να μην καταντήσουμε ένα αλλοτριωμένο προτεκτοράτο των ευρωπαϊκών οικονομικώς ανεπτυγμένων κρατών.
Το πρώτο αποφασιστικό βήμα είναι να συνειδητοποιήσουμε τη ευρύτητα της κρίσης. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κάνουν λόγο, ακόμα, για «οικονομική κρίση», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια «πνευματική κρίση». Μελετώντας την ιστορία της Ελλάδας, παρατηρούμε ότι το ελληνικό κράτος ποτέ δεν περνούσε εποχές ανάπτυξης, αλλά εποχές φαινομενικής ευημερίας. Η οικονομική κρίση του 2009 δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της διαφθοράς και έφερε στην επιφάνεια όλες τις αδυναμίες και τα τρωτά σημεία του κράτους, τα οποία είναι οὐκ ὀλίγα.
Ένα τέτοιο είδος κρίσης, λοιπόν, η πνευματική κρίση, είναι που μπορεί να οδηγήσει ένα έθνος κατευθείαν στην καταστροφή. Η αλήθεια είναι ότι ο σύγχρονος Έλληνας ποτέ δεν έμαθε ποιος πραγματικά είναι και ποια είναι εκείνη η ιδιαίτερη ταυτότητα που τον κάνει να διαφέρει ( κατ' έννοιαν μόνο και όχι αξιολογικά ) από τον Γάλλο, τον Ούγγρο, τον Άγγλο κ.ο.κ. . Η ανυπαρξία ανεπτυγμένου και κριτικού πνεύματος τροφοδότησε τη ραθυμία, την καλοπέραση και ένα χυδαίο ατομικισμό. Όλα θυσιάζονται στο βωμό του κέρδους για χάριν της προσωπικής ευημερίας, και το κράτος μετατράπηκε από κοινωνία προσώπων σε άθροισμα ατόμων. Η πνευματική κρίση ήταν το εφαλτήριο για την καθοδική πορεία της χώρας και, συνεπώς, για την οικονομική κρίση.
Το δεύτερο αποφασιστικό βήμα είναι να παραδεχθούμε ότι Έλληνες βρισκόμασταν τόσα χρόνια υπό την επήρεια μιας καθολικής άγνοιας και μιας πεισματικής άρνησης της πραγματικότητας. Τα δύο αυτά πάθη συνεργάστηκαν άψογα για να καταστεί ο Έλληνας ένα υπάκουο και άβουλο πρόβατο.
Από τη μία, η άγνοια συσκοτίζει το νου του ανθρώπου και τον εμποδίζει να απελευθερωθεί από τα πνευματικά δεσμά και να αναλάβει ο ίδιος τη μοίρα του. Από την άλλη, η πεισματική άρνηση της πραγματικότητας έρχεται να καταπνίξει κάθε προσπάθεια αποποίησης της άγνοιας, προβάλλοντας σαν δικαιολογία την ατομική ευδαιμονία ως ύψιστο αγαθό. Η άγνοια είχε ως απότοκό της ένα χυδαίο ατομικισμό, στον οποίο ύψιστη αρχή είναι το άτομο, η μονάδα σε αντίθεση με την κοινωνία. Σε αυτό το σημείο παρατηρείται το εξής παράδοξο: ενώ σε θέματα επιβίωσης και καλής διαβίωσης κυριαρχεί ο ατομικισμός, εντούτοις σε θέματα ιδεολογίας επικρατεί η σχεδόν καθολική μαζοποίηση.
Η πνευματική κατάρρευση έδωσε τη σκυτάλη στην οικονομική κατάρρευση και αυτή με τη σειρά της στην κρατική κατάρρευση. Φυσικά, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε την άγνοια ως υπαίτιο για την καθοδήγηση των εκλογέων και ως καλή συνοδοιπόρο της μεθοδευμένης προσπάθειας αφελληνισμού του κράτους.
Η σημερινή ελληνική κοινωνία δεν διαφέρει σε τίποτα από τους δεσμώτες του σπηλαίου του Πλάτωνα. Είναι ακόμα μία κοινωνία, η οποία εκχώρησε οικειοθελώς την ελευθερία της, ατομική και πνευματική, στην άγνοια και, επιπλέον, σε μια ιδεολογία αλλοτρίωσης, με βάση τον άκρατο μιμητισμό των κρατών της Δύσης.
Ακόμα, όμως, και σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς για τον ελληνισμό, φαίνεται να υπάρχει μια ελπίδα για την παλλινόρθωσή του, σε ένα πρώτο στάδιο, και, έπειτα, του ελληνικού κράτους.
Αρχικά, πρέπει να επιτευχθεί η αφύπνιση της λογικής και της κριτικής σκέψης του Έλληνα. Με την λογική το άτομο μπορεί να υποβάλλει στον εαυτό του θεμελιώδη ερωτήματα κοινωνικής συμβίωσης , όπως ποια είναι η ουσία της κοινωνίας και, ειδικότερα, της Δημοκρατίας. Στη σημερινή εποχή δεν γνωρίζουμε σε βάθος την έννοια της κοινωνίας και ούτε, φυσικά, τους σκοπούς της. Εάν θέλουμε ένα σωστά δομημένο κράτος, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε την κοινωνία και, έπειτα, να την στηρίξουμε με κάθε αυτοθυσία.
Επιπροσθέτως, η ανάπτυξη της «κατά κεφαλήν καλλιέργειας», όπως επεσήμανε ο καθηγητής φιλοσοφίας Χρήστος Γιανναράς, αποτελεί ένα από τα σημεία εκκίνησης για την ανασύσταση της χώρας. Με τον όρο «κατά κεφαλήν καλλιέργεια», σε αντίθεση με το κατά κεφαλήν εισόδημα, νοείται ο ενστερνισμός της παιδείας, ως μέσου καλλιέργειας και ανάπτυξης του πνεύματος, καθώς επίσης και ως μέσου πνευματικής απελευθέρωσης. Παιδεία δεν είναι, όπως επεσήμανε ο κ. Γιανναράς, η πληροφόρηση και η ενημέρωση. Παιδεία είναι η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, της φαντασίας, της δημιουργικότητας. Η «κατά κεφαλήν καλλιέργεια» δεν προϋποθέτει ακαδημαϊκές σπουδές, όσο θέληση, φιλομάθεια (με την γενικότερη έννοια) και επιμονή για πνευματική και ηθική εξύψωση, καθώς επίσης και πίστη για ένα καλύτερο αύριο. Με την ανάπτυξη του πνεύματος έρχεται και ως οργανικό ακόλουθο η πραγματική γνωριμία με τον ελληνισμό.
Εδώ και πολλά χρόνια ο ελληνισμός προβάλλεται, σχεδόν αποκλειστικά, ως ένα αρχαιολογικό φαινόμενο, ως προγονολατρεία και, κυρίως, ως προγονοπληξία, ως μια κούφια ιδέα ανίκανη να μας δώσει κάτι χρήσιμο για την κοινωνία μας.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο ελληνισμός δεν είναι μια ιστορική μελέτη, αλλά ένας τρόπος ζωής. Αυτό που έχει σημασία είναι η ρευστοποίηση του ελληνισμού και το πως μπορεί αυτός να προσαρμοστεί στη σημερινή κοινωνία. Ο Έλληνας πρέπει, πλέον, να αρχίσει να ενεργεί ως πολίτης, να εξασκεί με σοβαρότητα και συνέπεια το ύψιστο αυτό δικαίωμα, που του επιτρέπει να έχει λόγο στα πράγματα και στην πολιτική ζωή, να μετέχει κρίσεως καὶ ἀρχῆς, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης. Να είναι ικανός να πάρει στα χέρια του τη ζωή του, μέσα στα πλαίσια της κοινωνίας προσώπων και όχι ατόμων. Το σύνολο τέτοιων πολιτών, ηθικά και πνευματικά ανεπτυγμένων, συγκροτεί ένα στέρεο κράτος, το οποίο προβάλλει την ορθή εκδοχή του ελληνισμού, που είναι, όπως προαναφέρθηκε, ένας τρόπος ζωής, όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά όλων των ανεπτυγμένων δημοκρατικών κοινωνιών.
Εν κατακλείδι, τα αίτια της κρίσης είναι καθαρά πνευματικά και ο μόνος τρόπος να εξαλείψουμε την κρίση είναι μια πνευματική επανάσταση, ένας πνευματικός καθαρμός, που θα απαλλάξει τον Έλληνα από την τυραννία της άγνοιας και της τυποποιημένης κρατικής ταυτότητας. Αυτό που αποτελεί επιτακτική ανάγκη είναι η πρόσληψη μιας αληθινής, εθνικής και όχι εθνικιστικής ταυτότητας. Μόνο τότε θα μπορούμε να αντιταχθούμε στην αλλοτρίωση και στην κρίση, οικονομική και πνευματική.